Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Η γιαγιά η Μαρία

Η γιαγιά Μαρία (δεξιά) με την αδελφή της Γιούλα στην αυλή. Δεκαετία 90
Ήταν η αγαπημένη μου γιαγιά. Όπως ο παππούς ο Γιώργης ο Δεσινιώτης.
Με τη γιαγιά Μαρία περάσαμε νύχτες και μέρες μαζί στο χωριό, τη Νεροτριβιά της Εύβοιας. Δυνατή γυναίκα - στα χέρια, την καρδιά και το μυαλό. Κράτησε το σπιτικό τρία χρόνια όταν o παππούς μπλέχτηκε σε περιπέτειες.
Στα εννιά, τρία καλοκαίρια τα πέρασα στο βουνό, στα γίδια, μαζί της και με τον θείο τον Αντώνη. Τρεις μεγάλες κούπες κατσικίσιο γάλα έβαζε να πίνω κάθε μέρα. 
Βοηθούσα στις δουλειές (στρούγκα, για νερό στη βρύση στο ‘πηγάδι’, στο σούρωμα της μυτζήθρας, στο αλάτισμα του τυριού). Να με στέλνει να βαράω στρούγκα πάνω στον θείο τον Γιάννη (τον ποιμήν όπως τον λέγανε στο χωριό) που ήτανε μονάχος με μια «βαριά» γυναίκα. Εκείνος μου χάρισε τη δεύτερη μου γίδα, την Ταλαντούσα. Η πρώτη μου, η Ρωξάνη, έζησε κοντά στα δεκαπέντε χρόνια, από τότε που την αναστήσαμε με την αδελφή μου, τη Μαρία, σε έναν γέννο, στο Καρκαμπέτσι (εκείνο το χειμαδιό το έκαψε η φωτιά τον Αύγουστο του 1993), μέχρι το 2005 όταν η οικογένεια άφησε τα γίδια.
Κι ύστερα, μπαίνοντας στην εφηβεία μέχρι και την πρώτη χρονιά αφού τελείωσα το Λύκειο, πολλά Σαββατοκύριακα και καλοκαίρια στο χωριό.
Κοντά στη γιαγιά: κάτω από μεγάλη μουριά το καλοκαίρι, να μου δείχνει τα κυκλάμινα το χειμώνα (κοίτα, Γιωργάκη έχει εκατό λουλούδια), να φτιάχνω τις κότες και τις γαλοπούλες, να τακτοποιώ κούτσουρα στην αποθήκη, να με στέλνει να βρω κάτι με εκείνη τη γνώριμη αοριστία «εκεί πάνω το έχω» (πού;), να ασβεστώνω την αυλή, να πηγαίνω για ψωμί στο φούρνο (δυο φρατζόλες ζεστές γιατί τη μια την έτρωγα στο δρόμο και μου λεγε φούρναρης πρέπει να γίνεις), να βγάζουμε λάδι από το βαρέλι στο ροί, να την βοηθάμε στον κούρο στα πρόβατα (σαράντα μαντουδιανοί κάβουρα γονατίζαν), να μαζεύουμε ελιές με το μικρό κοφίνι, μύγδαλα και σύκα, να,,,
Και πάντα να με φιλεύει η γιαγιά (κι αγόραζα εφημερίδες και βιβλία). Να με συστήνει για μεροκάματο: στον θείο τον Κωστή τον οικοδόμο (εκεί στην πέτρα με τον Ευβοϊκό στα πόδια τα πρώτα μου τσιγάρα), στον Δήμο στο συνεργείο (δεν άντεξα πολύ εκεί-ήθελα σπουδές), σε θελήματα.
Άλλες φορές να με συμβουλεύει «Γιώργη, παπάς να γίνεις» τώρα που βγάζεις γένι ή όταν ανέβαινα στη μουριά και με την αγριοφωνάρα μου έψελνα απολυτίκια ή τραγούδαγα Καζαντζίδη.
Κι εκείνα τα απογεύματα με τις φίλες της και τη θεία τη Γιούλα μπροστά στο τζάκι.
Η γιαγιά να πλέκει χωρίς γυαλιά μέχρι τέλους στα 80 κάτι (παλιότερα είχε αργαλειό παλιά τον οποίο οι ανόητοι εμείς τον παραπετάξαμε στην αποθήκη) κι όλα τα νέα του χωριού να τα μαθαίνει (δεν μετακινούνταν μακριά από το σπίτι επειδή πονούσανε τα πόδια).
Την εμπιστεύονταν-άλλες επειδή ήτανε κουτσομπόλες, άλλες επειδή ήτανε φίλες. Όπως η κακούργα (παρατσούκλι της κυρά Βασιλικής), μια γυναίκα χήρα από το ’48 όταν οι δεξιοί σκοτώσανε τον άνδρα της τον Ταξιάρχη στον εμφύλιο. Κι άλλες.
Κι όταν θύμωνε το έκανε με εκείνον τον τρόπο της γυναίκας που έχει κρατήσει σπίτι σε δύσκολες στιγμές, με εκείνον τον τρόπο του ανθρώπου που στο τέλος θα δείξει ότι σε αγαπά, με εκείνη την σιγουριά του ανθρώπου που έχει μοχθήσει. Και πώς αγαπούσε τον πατέρα μου τον Κώστα (θεός σχωρέστον-πάνε οκτώ μήνες…), τον γαμπρό της. Και με τι λαχτάρα αφηγούνταν πώς γνώρισε τον παππού τον Νίκο. Όλους τους αγαπούσε- παιδιά κι εγγόνια.  
Γιαγιά, τα πατούνια που μου έφτιαχνες τα φοράω ακόμα το χειμώνα.
Γιαγιά, δεν τον φτιάξαμε εκείνον τον φούρνο με τα ξύλα που τον έριξε το χιόνι το ’90.   
Πού θα πάει…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου