Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Τα δικά μας κοιτάσματα, πέρα από τις κάλπες

Του Γιώργου Παπαχριστοδούλου

Η υπογραφή του πρώτου μνημονίου (2010) υπήρξε τομή στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Μια νέα εποχή άρχισε – και τυπικά. Εκτός από απόδειξη της χρόνιας οικονομικής – πολιτικής εξάρτησης της χώρας, εντός της οποίας παράλληλα, ήδη από την εποχή του «εκσυγχρονισμού», διευρύνονταν οι ανισότητες δύναμης και πρόσβασης στα κοινά αγαθά, αποτέλεσε (κι αποτελεί) ιδανικό ιδεολογικό εργαλείο. Ώστε να συντηρεί το ψευδές δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Ψευδές για τις ανάγκες της κοινωνίας, όχι τους διαχειριστές της εξουσίας.
Εργαλείο ώστε να θωρακιστούν περαιτέρω τα κυρίαρχα στρώματα στην Ελλάδα και να λάβουν καλύτερη θέση στον παγκόσμιο κι ευρωπαϊκό καταμερισμό δύναμης.
Επάνω στα ερείπια του ακόρεστου, αρπαχτικού νεοελληνικού καταναλωτισμού (οι μικροαστοί μπήκαμε στα σαλόνια κι ακόμη ξερνάμε, πλαστικό, ουίσκι και φόβους) ή στον κοινωνικό δεσμό που αυτός έχει δημιουργήσει (μες στην οικογένεια, το σχολείο, την παρέα, το πανεπιστήμιο, το χωριό, την πόλη, την εργασία, τον πολιτισμό) η συστημική λύση (διαχείριση) της κατάστασης είχε (κι έχει) πρόταση.

ΔΥΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
Δυο είναι τα προβλήματα της: η αποστοίχιση μερίδας της κοινωνίας από τους μηχανισμούς της (γραφειοκρατίες, κόμματα, μίντια) που σημαίνει πως αμφισβητείται το κύρος της και η πιθανότητα να μείνει χωρίς πελατεία.
Με άλλα λόγια: κάποιοι/ες λένε, σκέφτονται γίνεται «κι αλλιώς» την ώρα που οι διαχειριστές του ευρωπαϊκού χρήματος αντιλαμβάνονται ότι την κάνουλα θα την διαχειρίζεται πλέον το ευρωπαϊκό διευθυντήριο του χρήματος το οποίο έχει να αντιμετωπίσει και με την κινέζικη οικονομική επέκταση (βλ. Νίκος Ιωάννου, Μέλλον-Αυτονομία, Άμεση Δημοκρατία και Περιορισμένη Οικονομία, στο Αλ. Σχισμένος-Ν. Ιωάννου, Μετά τον Καστοριάδη, εκδ. Εξάρχεια, 2015).
Με την απαίτηση να ολοκληρωθεί ο αποικισμός της φύσης και των κοινών αγαθών (νερό, ενέργεια, υπέδαφος, δίκτυα μεταφοράς, έδαφος) από το εμπόρευμα, στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου μοιράσματος των πεδίων κερδοφορίας.

Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕ

Κολλημένη στο (δήθεν) πρωτείο της οικονομίας και την ψευδαίσθηση μιας οικονομικής ορθολογικότητας του καπιταλισμού (όπως έχει δείξει ο Καστοριάδης), έχοντας συμμετάσχει στη διαχείριση του μεταπολιτευτικού καθεστώτος (σε δήμους, υπουργεία, συνδικάτα, παιδεία, πολιτισμό), πιστή στο εξουσιαστικό πρότυπο οργάνωσης του κόμματος, η εν Ελλάδι Αριστερά είδε την «κρίση σαν ευκαιρία». Περισσότερο κι από τη Δεξιά και το Κέντρο.
Τι ευκαιρία; Για μια επιπλέον εσωστρεφή αναζήτηση ερμηνείας των μαρξικών γραφών, μια καταβύθιση στο βαρύ μετεμφυλιακό τραύμα το οποίο έφερε εξορίες, μετανάστευση, ΕΔΑ, Πέτρουλα, Ιουλιανά, δικτατορία.
Κυρίως, ως μια ευκαιρία για Αποκατάσταση της συμμετοχής και προσφοράς της στο μεταπολιτευτικό εθνοκράτος. Περάσανε αυτά, γίνανε. Τα έκαναν ο Καραμανλής, ο Ανδρέας, ο Χαρίλαος – ο Τσακαλώτος κι ο Βαφειάδης.
Το αντιλαμβάνεσαι από ιστορικές αναλογίες, από λέξεις που κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο – και δη της αριστεράς (όπως και σε μερίδα αντιεξουσιαστών): Βάρκιζα, Μελιγαλάς, Ενότητα, ΕΑΜ, προδοσία, Τσιριμώκοι, αποστασία, κομμουνιστών εγγόνια, κονσερβοκούτια.
Εντούτοις, το ιστορικό φορτίο είναι βαρύ για όλους- ή μάλλον λειτουργεί ως διαρκές τραύμα. Μόνον που η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρόλες τις διαβεβαιώσεις της ακροδεξιάς. Δεν σχεδιάζεται όπως θέλει ο ντετερμινισμός του μαρξισμού. Εκτυλίσσεται. Πέφτει σαν σταγόνα πάνω στον καμβά. Καμιά φορά κι έξω από το πλαίσιο- όταν οι άνθρωποι συμμετέχουμε.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ
Πολλά άλλαξαν στις πλατείες του 2011 όταν το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας μπήκε δυναμικά στο προσκήνιο διεκδικώντας το δημόσιο χώρο, ψηλαφίζοντας τις δυνατότητες για μια άλλη ζωή άξια να βιωθεί- λιτή, όχι ως τιμωρία, αλλά ως επιλογή. Αυτό δεν είχε συμβεί ξανά, όπως δεν είχε συμβεί ο Δεκέμβρης του 2008. Μπήκαμε πλέον σε εποχή όπου ο άνεμος της ελευθερίας πνέει παγκόσμια, ευρωπαϊκά, μεσογειακά. Ισπανία, Γκεζί (Κωνσταντινούπολη), τώρα Ροτζάβα όπου οι Κούρδοι συναντούν και διαλέγονται με τον ριζοσπαστικό κοινοτισμό του Μπούκτσιν.
Πτυχές εκείνης της ρήξης (2011) με το πολιτικό σύστημα της αντιπροσώπευσης συναντούμε έως σήμερα στις εκατοντάδες πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης, απο - «ανάπτυξης», συλλογικής αυτοοργανωμένης ζωής, οικοπαραγωγής, τοπικού σχεδιασμού, ελεύθερης διαδικτυακής επικοινωνίας.
Δεν υπήρχε περίπτωση μηχανισμοί όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να μην αντιμετωπίσουν εχθρικά τη ρήξη εκείνη – εννοώ τον πυρήνα της πολιτικής πρακτικής τους, όχι τα μεμονωμένα άτομα που συμμετέχουν, διερευνούν, αλλάζουν όταν ξεφεύγουν από την ανάγκη διαιώνισης της κομματικής συμπεριφοράς.
Το συστημικό μπλοκ ήτανε πιο μπροστά, σε επίπεδο εντυπώσεων και πρακτικής: το 2007 ο Παπανδρέου εξελέγη με μέλη και φίλους, ο Σαμαράς το ίδιο το 2009, ο Καμμένος έφτιαξε «κίνημα», ο Θεοδωράκης το ίδιο. Αντιλήφθηκαν αυτό που συνέβαινε. Εκείνο που η αριστερά συνάντησε στο δρόμο κι έπαθε ζαλάδα, εκείνοι το ενσωμάτωσαν στα προγράμματα.

ΚΟΛΛΗΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Η αριστερά κολλημένη στο λενινιστικό πρότυπο: κεντρική επιτροπή, γραμματείς (αργότερα τους είπανε συντονιστές), κόμμα μελών, κόμμα-κίνημα, κόμμα-συνδικάτο, κόμμα-νεολαία, ρεύματα, φράξιες, συνιστώσες (διατυπώσεις για το μοίρασμα της κρατικής επιχορήγησης).
Ιεραρχία, ιεραρχία, ιεραρχία. Υποταγή. Κουραστήκαμε πια.
Οργάνωσε κακέκτυπα κινήσεων αλληλεγγύης που ήλπιζαν να διαχειριστούν το χρήμα της «αλληλεγγύης για όλους», εγκλώβισε ανθρώπους στο δίπολο κάλπη-κοινωνία.
Στα διπλανά μαγαζιά, το Κόμμα συνέχιζε το δικό του μοναχικό δρόμο μιας αριστερής επιστροφής στον συντηρητισμό (το νοικοκυριό), οι αριστερίστικες γκαρσονιέρες του αριστερισμού κλαψούριζαν ακόμη για βάρκιζες, βρώμικα ’89, αντιεξουσιαστές φαντασιώνονται μελιγαλάδες (όχι Ισπανίες!) ή επέλεγαν το δρόμο ενός ανόητου μηδενισμού.
Το αρχηγικό μοντέλο Τσίπρα που ενοχλεί τους νυν αποχωρήσαντες ήτανε η πραγματικότητα που αρνούνταν να δουν επειδή η αίσθηση της επίπλαστης ενότητας είχε κυριαρχήσει, επειδή η Ιστορία μας χρωστά «πρώτη φορά Αριστερά» (λες και ξεχάσαμε το ’89, τα συμβούλια γειτονιάς, τα εργολαβικά, τα υπουργικά, τα συναυλιακά, τα εκδοτικά, τα ψηφιακά), επειδή το 2014 πλησίαζε και η Εξουσία, την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ βιάστηκε να αρπάξει,
Ώστε να τον καταπιούν όχι οι υπαρκτοί μηχανισμοί του βαθέος Κράτους, αλλά η ίδια του η φύση, ανακατεμένη με την κυβερνητική διαχείριση και την απροθυμία του να αποκαταστήσει αυτό που δικαιούνται οι από κάτω, αν δεν μπει στη διαδικασία να το χειραγωγήσει.
Για αυτό δημιούργησε μια (ΝΕΡΙΤ)ΕΡΤ κατώτερη κι εχθρική του πρωτοφανούς εγχειρήματος αυτοδιαχείρισης (τώρα, την πολεμά για να εκδιώξει όσους αντιστέκονται-Θεσσαλονίκη), για αυτό σιωπά για τη ΒΙΟΜΕ, για αυτό επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση δημοσίων υπαλλήλων καθαριστριών, φυλάκων, καθηγητών, για αυτό συναινεί στο έγκλημα της Χαλκιδικής (μιλώντας για «ανάπτυξη» στρώνει το δρόμο ώστε να τα ισοπεδώσει όλα η κυριαρχία των πολυεθνικών μέσα από συμφωνίες όπως η TTIP), για αυτό συμμαχεί με τη διαπλοκή (μίντια, εργολάβοι, τραπεζίτες, ενεργειακοί όμιλοι, διατροφικοί γίγαντες). Δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του. Θα πορευτεί παρέα με τη συμμαχία του ευρωχρήματος. Τα έχουμε δει και με τον Κούρκουλο αυτά, στο «Ορατότης μηδέν» του Φώσκολου.
Όποιος έχει μάθει να αναθέτει, για ελπίδα θα μιλήσει ή σε αυτήν θα εγκατασταθεί μέχρι να τον πνίξει. Έχουμε ιδία πείρα σε αυτό. Τούτη η ιδιώτευσή μας είναι μια αποτύπωση της διάχυτης κοινωνικής κατάθλιψης, μια αντανάκλαση της δομής της νεοελληνικής οικογένειας που αντικαθιστά (υλικά επαρκώς, συναισθηματικά ανάπηρα) το ‘κοινωνικό κράτος’, μια αντανάκλαση της συλλογικής εξατομίκευσης.
Αυτό θα διαρκέσει όσο δεν επιδιώκουμε (ή αποθαρρυνόμαστε) να αναδημιουργήσουμε τον κοινωνικό δεσμό με νοήματα και πράξεις ελευθερίας, δημοκρατίας, ισότητας, οριζοντιότητας, αλληλεγγύης. Κι όσο διαρκεί, θα μας απομακρύνει από την επιστροφή μας στο προσκήνιο, τη συμμετοχή μας στο δημόσιο χώρο και χρόνο, σε ρόλους μη προβλέψιμους.

ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΑ
Έχει εξοριστεί από την εποχή μας η όρεξη (όπως την περιγράφει ο Καραποστόλης για τη δεκαετία του ’60). Μπορούμε, εντούτοις, να τη διακρίνουμε σε παραδείγματα ανθρώπων (ενδεικτικά) όπως ο Γιάννης στη Χίο, της κουζίνας άλλος άνθρωπος, του Αποστόλη που τρύγησε προχτές, όσων βοηθούν τους πρόσφυγες, των πιτσιρικάδων που προτείνουνε άλλη μουσική, του Γιάννη και της Ιουλίας που αλλάζουν τη ζωή τους χαράσσοντας το ξύλο, της Αναστασίας που έμαθε πάντα να μάχεται για αξιοπρέπεια, του Κώστα που καλλιεργεί στο νησί, των γυναικών στη Χαλκιδική.
Πολλά τα παραδείγματα - αν ψάξουμε γύρω και μέσα μας, θα βρούμε τα δικά μας, συλλογικά κι ατομικά, κοιτάσματα. Να κερδίσουμε τη ζωή.
Κλείνω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαν Κλοντ Μισεά «L’ empire du moindre mal» (Climats, 2007, μτφρ. Θ. Γιαλκέτσης, «Επτά» Ελευθεροτυπίας, 25/5/2008): «Μια ανθρώπινη κοινότητα δεν μπορεί να διατηρείται καθημερινά, αν δεν αντλεί από αυτά που ο Καστοριάδης αποκαλούσε ‘πολιτιστικά κοιτάσματα’, που είναι ξένα προς τη φιλελεύθερη λογική, όπως είναι, για παράδειγμα, ένα ελάχιστο πολιτιστικών κλίσεων προς την εμπιστοσύνη, τη γενναιοδωρία, την αίσθηση του κοινού καλού. Το πρόβλημα είναι ότι η νομικο-εμπορευματική κοινωνία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς να αποστραγγίζει βαθμιαία αυτά τα κοιτάσματα».
Σίγουρα αυτά δεν βρίσκονται στην αυριανή κάλπη!


*Εικόνα: Joan Miró i Ferrá, Catalan Landscape (The Hunter), 1924

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου