Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Τα μοιρολόγια ταιριάζουν στο χτες

Πιθανές εξηγήσεις γιατί δεν κατεβαίνει ο κόσμος στις πορείες στα Γιάννενα κι αλλού
Κείμενο: Γιώργος Παπαχριστοδούλου


Πολλές συγκεντρώσεις και πορείες στα Γιάννενα έχουν γίνει πλέον ένας χώρος να μοιρολογούμε. Γιατί πάλι δεν κατέβηκε ο κόσμος, πού βρίσκονται όσοι απειλούνται με απόλυση, που θα απολυθούν, γιατί οι μισοί πίνουν καφέδες ασυγκίνητοι μπροστά στο δράμα των άλλων και τη φτώχεια που τους απειλεί, πάλι οι ίδιοι και οι ίδιοι κατεβαίνουν. Κούραση. Κατάρρευση ενός παραδοσιακού τρόπου που αντικρίζουμε τα πράγματα. Απομόνωση στον εαυτό μας. Χωρίς επεξεργασμένη πρόταση για μία άλλη οργάνωση εργασίας που θα στηριζόταν στη συνεργασία και τη δικαιοσύνη.
Είτε επειδή (και σήμερα) η τσέπη ήταν αδειανή, αλλά ευτυχώς βρέθηκαν φίλοι να μοιραστούμε έναν καφέ, ένα τσιγάρο, ένα πιάτο φαγητό και θα κουτσοβγεί η μέρα είτε επειδή το σχέδιο της εξουσίας να προκαλέσει σοκ και να εντείνει τον κοινωνικό αυτοματισμό, μέσα από τα αλλεπάλληλα μνημόνια και την ενοχοποίηση της ίδιας της ύπαρξης, έχει πετύχει.
Μάλλον συμβαίνουν και τα δύο.
Πριν αρχίσει η πορεία λέει η Αλέκα: «Κοίτα ποια είναι εδώ. Η γυναίκα του βουλευτή. Και δεν είναι οι ‘δικοί’ μας». Αντιγύρισε ο συνομιλητής της, με εμφανή απογοήτευση: «Άσε, ντρέπομαι».

Πώς ζει η πόλη;
Δεν χρειάζεται, όμως, ντροπή για να αντικρύσουμε εκείνο που συμβαίνει στη μικρή πόλη με τα μεγάλα και αθέατα συμφέροντα: με κεντρικό πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας τις δημόσιες υπηρεσίες (δήμος, πανεπιστήμιο, νοσοκομεία) η οικονομία της, εξαρτημένη, καταρρέει παρασέρνοντας τους μεταπράτες, το εμπόριο.
Αυτό το κενό που μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλο, καλύπτεται, εντούτοις, εδώ και χρόνια, από τους φοιτητές (κοντά στους 15 χιλ. κατοικούν εδώ) και τα χρήματα που αφήνουν εδώ: στον ταξιτζή, στον ιδιοκτήτη της πανάκριβης μεζονέτας, στον περιπτερά, στον σουπερμαρκετά, τον καφετζή, τον μπαροϊδιοκτήτη που πουλά φούμαρα (καμιά φορά και εναλλακτικά), στο βαποράκι του χασίς ή άλλων ουσιών.
Κι από δίπλα η παρασιτική οικονομία για την οποία θα ακούσεις σκοτεινές, ανεπιβεβαίωτες, ιστορίες για ΑΦΜ που αλλάζουν, για χρέη προς τον δήμο που δεν πληρώνονται, για εκμετάλλευση ανθρώπων. Αηδία. Για το νταβατζιλίκι, τη διαπλοκή και την προστασία.
Το κρατικοποιημένο δημόσιο (πριν εμφανιστούν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας των stage, των συμβασιούχων και της κοινωφελούς) έδωσε χρήμα – ας είμαστε ειλικρινείς σε αυτό. Ζουν οικογένειες με τους μισθούς, τις συντάξεις, τα εφάπαξ.
Επειδή το κράτος και οι μηχανισμοί του υπήρξαν το κυρίαρχο μοντέλο για την οικονομία στη χώρα – μοιράζοντας άνισα το χρήμα. Ανάλογα με τον εκάστοτε διαχειριστή της εξουσίας.
Στις δυο δραχμές που έπαιρνε ο αγρότης, ο εργολάβος λάμβανε, δανεικές κι αγύριστες, δέκα.
Μόνο που το «πάρτυ», όπως το αποκαλούν οι νεοφιλεύθεροι αλήτες, δήθεν «αυτοδημιούργητοι» με τη δική μας ανοχή, τελείωσε για τους πρώτους.
Όχι, για τον Μπόμπολα, το Λάτση, τον Μελισσανίδη, τον Χήτο, τον Σεπετά, το Μήτση, το Νιτσιάκο.
Δημιούργησε διαπλοκή. Έβγαλε δημάρχους. Έσιαξε εργολάβους μεγάλους και μικρούς (μακάρι να είχε κανείς το κουράγιο να μετρήσεις τις απευθείας αναθέσεις έργων από τους δήμους). Η μεσαία τάξη - χώρια από το σπίτι στο χωριό - απέκτησε κι εξοχικό. Στη Λούτσα, στα Σύβοτα. «Φτιάχτηκε».
Κι όταν έχεις χρήμα, όπως με μαθαίνει μία φίλη τώρα τελευταία, δεν κρύβεται. Όπως ο βήχας και ο έρωτας.
Η εικόνα που περιγράφεται παραπάνω δεν είναι καθολική. Ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό συμβαίνει με τους υπό απόλυση εκπαιδευτικούς, κάποιοι από τους οποίους δεν υπέκυψαν στον πειρασμό να κάνουν τα χαρτιά τους για να παραμείνουν σε βάρος των άλλων. Κι ασφαλώς δεν βγάζουν όλοι το χρήμα από την τσέπη για να σε προσβάλλουν επειδή έτυχε να φτωχύνεις.
Στο πλάι των «αυτοδημιούργητων» οι οποίοι κλαίγονται επειδή τα 2 χιλιάρικα έγιναν ενάμισι κι οποίοι αύριο θα ψηφίζουν «Ποτάμι» επειδή «πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και το μνημόνιο δεν αλλάζει», υπάρχει μία μεγάλη μάζα ανθρώπων στην πόλη που τα βγάζουν δύσκολα πέρα. Φτωχαίνουν με το αδιέξοδο να μεγαλώνει. Φοβούνται για τα παιδιά τους, το σπίτι τους, το ενοίκιο, τους λογαριασμούς. Το παρόν.

Τι κάναμε;
Ας σκεφτούμε όλοι μας , ωστόσο, τι κάναμε σε εκείνες τις περίφημες καλές εποχές. Όχι γιατί δεν κατεβήκαμε σε εκείνη την πορεία , αλλά και για ποιον λόγο δεν ασχοληθήκαμε με τη γειτονιά, το πάρκο, τη λίμνη, τη δημοκρατία, τον μετανάστη που ο γείτονας καρτερούσε σαν θήραμα στα σύνορα, τον πιτσιρικά που του σπάσανε το χέρι οι μπάτσοι στην πορεία για τον Αλέξη, τον συνάδελφο που τον απέλυσε το αφεντικό που δεν...βγαίνει πάλι (τι πρωτότυπο, κ. Μπάμπη, αφού το ιστιοπλοϊκό θα ξεμείνει από καύσιμα!).
Χωρίς ενοχές. Με αξιοπρέπεια του ανθρώπου που σκέφτεται και καταλαβαίνει ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε αφεντικά και δούλους. Καταλαβαίνοντας ότι πριν μειωθεί ή χαθεί το χρήμα, είχε χαθεί κάτι σπουδαιότερο: το νόημα της συλλογικής συνύπαρξης στην πόλη. Επειδή η ψυχή της ανταλλάχτηκε με χρήμα.
Μία κατάσταση που μπορεί να ανατραπεί εάν αποκαταστήσουμε μέσα στην καθημερινότητα, ένα «εμείς» που θα συγκατοικεί με το συντετριμμένο«εγώ». Χωρίς να μοιρολογούμε πάνω στα συντρίμμια του παλιού κόσμου.
Αλλά, κοιτώντας πώς θα φτιάξουμε έναν καινούριο. Μαζί. Χωρίς αφεντικά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου