Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Απέναντι. Και χλόη να έχει ο κόσμος…



Claude Oscar Monet, Η οικογένεια
‘Δεν αξίζει να θρηνούμε κρεμασμένοι στο γκρεμό’-Ελ. Βακαλό

Γράφει ο Γιώργος Παπαχριστοδούλου

Οι καθημερινές κουβέντες, οι ματιές, οι ήχοι, οι ειδήσεις, οι προβλέψεις οι μέρες αναδίδουν μία ανημπόρια. Μία διάχυτη παραίτηση, μια διάχυτη μοιραλατρία. Όλα θα γίνουν έτσι – όπως έχουν εκείνοι αποφασίσει. Εμείς, τι να κάνουμε;

Φτωχοί και αδύναμοι άνθρωποι είμαστε, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη μοίρα μας, τις αποφάσεις, τον κόσμο. Πώς έλεγαν καμιά φορά οι υπομονετικές γυναίκες του παλιού καιρού; «Ε, αφού το αποφάσισαν οι άνδρες, εμείς τι να πούμε;».
Θα αυξήσουν το ρεύμα, θα βάλουν κι άλλους φόρους, θα μας αποκλείσουνε στο σπίτι, θα ανοίγουν τα μαγαζιά τις Κυριακές, θα μας κόψουν κι άλλο τον μισθό (αλλά, θα έχουμε δουλειά τουλάχιστον-κοίτα και τους άλλους, τους άνεργους), δεν θα βάλουμε πετρέλαιο φέτος, ας μην πάει το παιδί πανεπιστήμιο (καλά είναι και τα κολέγια!), θα μας πουλάνε το νερό πανάκριβα, τα διόδια στους δρόμους θα αυξηθούν, αλλά «δεν βαριέσαι, θα κάτσουμε στη μικρή μας πόλη, στη γωνιά μας», θα, θα, θα…Φτωχή ζωή. Όχι από αγαθά. φτωχή από σθένος και όνειρα.
Η βίαιη φτωχοποίησή μας ως κοινωνία περνά λοιπόν πάνω από ένα πτώμα. Πάνω από το θλιβερό σκιάχτρο του κόσμου της επίπλαστης ευημερίας που φτιάξαμε εμείς. Εμείς κι Εκείνοι. Εκείνοι σχεδίαζαν, πίσω από τις κλειστές πόρτες, Εμείς συναινούσαμε επειδή «έτσι πρέπει, εκείνοι είναι μεγάλοι και τρανοί, μην χάσουμε και τη βολή μας τώρα».
Εμείς που κοιτάζαμε τα λεφτά, την καριέρα, την ανέλιξη, την ευκολία (με σκονάκια βέβαια δεν γίνεται δουλειά), τα δεκανίκια των ισχυρών, το βόλεμα, το παρακαλετό στους ισχυρούς (ξεχάσαμε ασφαλώς πως η εξουσία είναι δανεική και πρέπει να ασκείται για το κοινό καλό και όχι για ίδιον συμφέρον), τις πολυτελείς διακοπές σε μέρη εξωτικά (παραπέρα από το Πουκέ μπορεί ο κόσμος να πεινούσε, αλλά ποιος νοιάζεται, εμείς να είμαστε καλά…).
Σαν μανιτάρια ξεφύτρωσαν οι αυθαίρετες ζωές, στηριγμένες στα σαθρά θεμέλια της κοινωνίας των σιωπηλών και αδιάφορων ιδιωτών. Την ίδια ώρα, οι καταφερτζήδες, οι «επιτυχημένοι», οι τρανοί και δυνατοί, πλούτιζαν και οχυρώνονταν μέσα στα κάστρα της ολιγαρχίας τους που τη βάπτιζαν δημοκρατία για να ικανοποιείται κυρίως η δική μας ψευδαίσθηση πως «ο λαός αποφασίζει», «η κοινωνία των πολιτών είναι εδώ και δρα», «η κοινωνία ψηφίζει, ασκεί (κάθε τέσσερα χρόνια, τρομάρα της!) το ύψιστο δημοκρατικό της δικαίωμα».
Πάνω στα ερείπια της συλλογικής μας παραίτησης, πάνω στα μπάζα που άφησαν η καθυπόταξη της επιθυμίας μας και η χειραγώγηση της φαντασίας μας (όλοι – σώνει και καλά- θέλουμε τα ίδια: περισσότερο χρόνο στο κινητό, γρήγορα αμάξια, φουστάνια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη από lifestyle, πολλά και διαφορετικά γαμήσια, πιστωτικές κάρτες που δεν αδειάζουνε ποτέ, χαζομαρούλες στην TV), πάνω στην αδιαφορία μας για τα κοινά (εμείς ψηφίζουμε και ξέρουν οι «ειδικοί»: στο συνδικάτο, στο δήμο, στη νομαρχία, στη βουλή), υφάνθηκε η επίθεση των πολλών αφεντικών.
Η κανονικότητα μας, ο παλιός μας κόσμος που τώρα καταρρέει κι εμείς έχουμε ζαλιστεί, είναι η ΜΟΝΗ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ.
«Δεν αξίζει να θρηνούμε κρεμασμένοι στο γκρεμό. Πρέπει να περάσουμε απέναντι. Έστω και χλόη να έχει μόνο ο κόσμος, πρέπει να χτίσουμε ξανά». (Ελένη Βακαλό).
Χωρίς εκείνους. Χωρίς τα δεσμά της ελπίδας. Χωρίς τυράννους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου