Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η πόλη και τα σύκα



Πόσα σύκα φάγατε φέτος; Εγώ, πολλά. Και μάλιστα χωρίς να αγοράσω κανένα. Επειδή αγροφύλακες δεν κυκλοφορούν στην πόλη (μόνο ανθρωποφύλακες!) θα σας πως ότι σχεδόν κάθε μέρα πηγαίνοντας με τα πόδια στη δουλειά, κόβω κι από ένα από τη συκιά που εξέχει σε ένα σημείο της διαδρομής.
Είναι μία συνήθεια καθόλου παραβατική- στρωματσάδα τα σύκα  πεσμένα στο δρόμο αφού κανείς δεν τα μαζεύει.
Μόνο τα πουλιά τρώνε εκείνα που στέκονται ψηλά. Τα δωρεάν σύκα είναι το πλεονέκτημα εκείνου που περπατά στην πόλη και δεν κινείται με αυτοκίνητο ή μηχανάκι. Παρά τη βροχή που ρίχνει το χειμώνα η πόλη προσφέρεται για περπάτημα και για ποδήλατο (εάν επιτέλους ο δήμος ρισκάρει και δεν ακούει τους αντιδημάρχους να υποστηρίζουν πως δεν γίνεται ποδηλατόδρομος στη Δωδώνης επειδή φοβάται να τα βάλει με τα συμφέροντα και τον διάχυτο μικροαστισμό). Και ο χρόνος θα πει κάποιος; Πώς τα προλάβω; Πώς θα πληρώσω το λογαριασμό, θα κάνω τη δουλειά στην τάδε υπηρεσία, να πάω το παιδί στα αγγλικά και το ωδείο, να πιω κι έναν καφέ, να φτάσω στη δουλειά; Λογικά όλα αυτά τα επιχειρήματα. Και η ζωή; Η αληθινή , η άλλη ζωή έξω από το τζάμι, πέρα από το γκάζι;
Το αυτοκίνητο προσφέρει αυτονομία. Σε κάνει απρόσβλητο από τα εξωτερικά ερεθίσματα- συχνά αντικοινωνικό. “Φταίνε και οι πεζοί”, λένε συχνά οι φίλοι που οδηγούν.
Παίρνουν φόρα από τον τρόπο που έχει σχεδιαστεί η πόλη, ειδικά ότι διαλύθηκε ο παλιός πολεοδομικός ιστός (σε πολλές περιπτώσεις απαραίτητη η διάνοιξη δρόμων αφού π.χ. εκεί έπρεπε να φτάσει η πυροσβεστική ή η σκουπιδιάρα).
Δεν πρόκειται μονομερώς για εκείνο που αποκαλούμε δικτατορία του ΙΧ- πρόκειται για τη δικτατορία του ρολογιού, του αρχέτυπου της βιομηχανικής εποχής και των πειθαρχιών που έφερε (ωράριο, επιστάτες, τιμωρίες, επιβραβεύσεις, ταχύτητα, παραγωγικότητα χωρίς αξία χρήσης).
Για να γίνουμε slow city, πόλη χαμηλών ρυθμών όπως ονομάζεται στην Ιταλία, για να χαμηλώσουμε ταχύτητα, χρειάζεται να αλλάξουμε και τους όρους εργασίας.
Το ξέρουμε καλά ασφαλώς πως χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά στενάζουν στη ΒΙΠΕ, άλλοι κλείνονται στα γραφεία στο κέντρο, άλλοι με τις ώρες σερβίρουν κρέπες, καφέδες, ποτά, χωρίς ένσημα και με χαμηλά μεροκάματα, τα παιδιά με τα ντελίβερυ πάνε ανάποδα στους δρόμους για να προλάβουν την παραγγελία (με αυτές αμείβονται οι περισσότεροι). Ολόκληρη η πόλη, ένα απέραντο εργοστάσιο, θα 'λεγε κανείς. Με τι νόημα άραγε; Με τι ρυθμό;
Να δούμε επίσης την πόλη αλλιώς. Την ψυχή της, τους ανθρώπους της,  το περιβάλλον της (σε μας η λίμνη καθορίζει την πόλη). Να διώξουμε το φόβο. Το φόβο να ανακατευτούμε με τους άλλους και τα χνώτα τους. Όχι, μόνον στα καφέ και μπαρ, αλλά και στον (πληγωμένο) δημόσιο χώρο τον οποίο όλο αναμορφώνουν οι εξουσίες μας και όλο λιγοστεύει ή εμποδίζονται οι πολίτες.
Και σήμερα, λέω να κόψω ένα σύκο. Από τα τελευταία που απόμειναν αφού χινοπώριασε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου