Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Θέρος ανίκατε μάχαν!


Ατάραχη (κάπου στην παλιά πόλη)
Το καλοκαίρι στο… Γιάννενο (έτσι το ’πε, χτες το πρωί στο βιβλιοπωλείο, ο Χρήστος άρτι αφιχθείς από διακοπές) είναι κλεφτές ματιές στον κόσμο πίσω από τα βουνά, βραδινές περιπλανήσεις στους άδειους δρόμους, λεκτικές μάχες για τον Γκοντάρ και τον Νικολαίδη (όχι, τον ολίγιστο Ντέμη- τον άλλον, τον σκηνοθέτη και τα κουρέλια του που τραγουδάνε ακόμα). 
Είναι κραυγαλέα κορίτσια και άλαλα αγόρια.
Είναι τρία ευρώ μπύρα και πέντε το ουίσκι, είναι ανηφοριές και κατηφοριές, σαν εκκρεμές από αστέρι σε αστέρι, γνωστούς που ξέρεις από παλιά και χαίρεσαι να ακούς τα νέα τους, όταν τυχαία παραγγείλεις ένα φρέντο στο καφέ της γειτονιάς, κορίτσια που φτιάχνουν μόνα τα κοσμήματά τους για να σέρνουν τα σανδάλια τους στα γκρίζα πεζοδρόμια, αγόρια που περιπαίζουν τον κόσμο των αφεντικών, μανάδες που σε εκπλήσσουν με τις γνώσεις και την αγάπή τους, αντιδημάρχους που γυρνούν τα βράδια στα εναλλακτικά μπαράκια, αδέσποτα που αραγμένα αψηφούν το θόρυβο των αμαξιών, ζευγάρια που παίρνουν τη μηχανή και ταξιδεύουν για τη θάλασσα, ηλιοβασιλέματα στην άκρη του Μώλου, line out και Χρόνη Δρούγια στο Δημοτικό Ραδιόφωνο, κουβέντα για τα πλάνα του Αγγελόπουλου στη λίμνη, εργάτες στα γυράδικα που σιγοτραγουδάνε τα χαράματα ένα σκυλάδικο που παίζει δυνατά, σκηνοθέτες που σχεδιάζουν στο κενό,ανθρωποφύλακες που σκοτώνουν τον καιρό τους μιλώντας για τη θέρμανση του χειμώνα, νοσταλγούς της «Ελευθεροτυπίας» που δεν ξέρουν τι να διαβάσουν τώρα, γείτονες που κάθε πρωί κάνουν πρόβα ρυθμούς από την Κρήτη και ο ακάλυπτος γεμίζει αναμνήσεις, κάτι ξαφνικά τηλέφωνα από πενηντάρηδες φίλους που το γέλιο και η βαθιά τους ματιά σε κάνει να αγαπάς τη ζωή και την ελευθερία. Είναι κουβέντες- ερεθίσματα για την αρχιτεκτονική της πόλης, για τα «δοχεία ζωής» του Άρη Κωνσταντινίδη και την πλατεία που είχε παλιά σκιά και δέντρα, ήταν μεγαλύτερη και τώρα ο έφηβος Θανάσης που μοιάζει με το Χάρη αναρωτιέται εάν ήταν μεγαλύτερη.
Είναι και θλίψη το καλοκαίρι. Μπόλικη. Για εκείνους που περπατούν σκυφτοί με βλέμμα χαμένο κι απλανές. Για εκείνους που πέντε κι έξι μήνες απλήρωτοι υπομένουν στωικά να βγει η ζωή. 
Για όσους πήγανε προχτές στο γιατρό και η σύνταξη δεν έβγαινε να πληρώσουν το φάρμακο. Για εκείνους που ψαχουλεύουν τα σκουπίδια. Για εκείνους που μένουν κλειστοί για μέρες επειδή πελάτη δεν βλέπουν. Για εκείνους που αναρωτιούνται εάν το χειμώνα θα έχουν πετρέλαιο να πληρώσουν. Για εκείνους που κλείνονται στο σπίτι και βυθίζονται στην ανασφάλεια του καναπέ.
Είναι και ποίηση το καλοκαίρι στην υγρή μας πολιτεία. 
Πολυδούρη: «Μα η νύχτα στο παράθυρο θαρθή να σταματήση./ Μύρ κι ανταύγειες αστεριών κι αύρες θ’ ανακατέψη». 
Εμπειρίκος: «Μία φρόνιμη γυναίκα/αξίζει τρία πουλιά/μία γυναίκα απλώς γυναίκα/αξίζει δεκάδες δορκάδων».
Θέρος ανίκατε μάχαν, λοιπόν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου