Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Οι καταφερτζήδες και το πλατύ αίσθημα αδικαίωτης δικαιοσύνης

Η κυνική γλώσσα της περίφημης “νέας οικονομίας” μας επισκέφτηκε, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ΄90, την εποχή του περιλάλητου εκσυγχρονισμού και της χρηματιστηριακής φούσκας, τότε που ο εγχώριος σοσιαλισμός χτυπούσε στο ρυθμό των limit up και down.
Τότε η εργασία έγινε απασχόληση. Κι ακολούθως γεμίσαμε καταρτίσεις, προσόντα και δεξιότητες. Όλα στο βωμό μίας αγοράς εργασίας – ζούγκλα που απαξιώνει γρήγορα τα πάντα: ανθρώπους, χρόνο, προσωπικότητες, συλλογικότητες. Για να γίνει ο άνθρωπος κάτι σαν tabula rasa (άγραφος πίνακας) πάνω στον οποίο οι ισχυροί θα σβήνουν και θα γράφουν όποτε θέλουν, ό,τι θέλουν. Για να μπορούν να τον πετούν στο περιθώριο επειδή δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα. Οι όροι επιστρέφουν με την κάθε ευκαιρία. Πχ. “Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού”. Λες και πρόκειται για ποσοστό του ΑΕΠ και όχι ανθρώπους. Με ψυχή, ιδρώτα, αισθήματα, πόνο και χαρά.
Για να μπορούν να εκβιάζουν οι μηχανισμοί, οι καταφερτζήδες, αυτοί που ξέρουν τα κόλπα, που έχουν φίλο τον τάδε υπουργό, βουλευτή, κομματάρχη, δήμαρχο και νομαρχίσκο.
Κυνικοί και απάνθρωποι μαζί. Και την ίδια ώρα οι δεκάρικοι περί ανταγωνιστικότητας που η χώρα δεν έχει, περί χρέους όλων των Ελλήνων επειδή “τα φάγαμε όλοι μαζί” (τι ωραίο να εξισώνεις θύτες και θύματα για να αποκαθαρθεί το πολιτικό σύστημα και να ξεχαστούν οι ευθύνες του).
Τα ίδια πρόσωπα πάνω κάτω κυριάρχησαν στην πρόσφατη τηλεοπτική προεκλογική αντιπαράθεση.
Αθροίζοντας τα αποτελέσματα της κάλπης το συμπέρασμα είναι πως η αυθαιρεσία, το καταφερτζήδικο, τα αετονύχικο δικαιώθηκαν.
Δικαιώθηκαν είτε επειδή αποτελούν κοινωνική συμπεριφορά πολλών είτε επειδή κυριάρχησε ο φόβος.
Το πλατύ αίτημα για δικαιοσύνη που κατακλύζει πολλούς συμπολίτες, ίσως αποδειχτεί πιο δυνατό. Άγραφος κανόνας...

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Ρίχτο Ηλία. Ρίχτο!


Το σάουντρακ των εκλογών 

Έχουν σάουντρακ αυτές οι εκλογές; Παλιότερα, οι πλατείες αλάλαζαν υπό τους ήχους των Κάρμινα Μπουράνα, ύστερα προσγειώθηκαν στις συνθέσεις του Σταμάτη (του Σπανουδάκη ντε, όχι του Κόκκοτα), απολαύσαμε, το 2000, τα εξιτπολιτικά (sic) πανηγύρια της Βίκυ Μοσχολιού έξω από τη Ρηγίλλης, μας κάθισε στο στομάχι η μαλακία του Παπαϊωάννου στους Ολυμπιακούς, αντέξαμε τα σκυλοτράγουδα με τα σουβλάκια του Κωστάκη και τις άνοστες άριες του Γιωργάκη. Κι ύστερα; Τώρα;
Είναι ο αχός του μεταμοντέρνου πλήθους που αντηχεί στον πάτο της κάλπης. Μιας κάλπης σαν πικρό ποτήρι για τους περισσότερους. Το απελθέτω αυτή τη φορά δεν θα το πουν. Μετά λόγου γνώσεως. Για να στρέψουν τα όπλα του αντιπάλου εναντίον του. Κι ύστερα, θα γυρίσουν στη γειτονιά με μία χούφτα όνειρα στην τσέπη. Για να τα μοιραστούν.
Ο ιδρώτας όταν σου κρατώ το χέρι, οι διεσταλμένες κόρες των ματιών, η αδρεναλίνη όταν περπατάς τους δρόμους της ελευθερίας, ο πυρετός στην πορεία, το δροσερό αεράκι που στρέφει το δακρυγόνο στην αντίθετη πλευρά, εκείνη η μουσική που ερχόταν από την άλλη πλευρά στο κάμπινγκ στον Αχελώο, τα μαλλιά του Πάνου σε εκείνη την ανηφόρα, ο ήχος από τα δεκάδες μπουκάλια μπύρας που άνοιξε ο Ναπολέων στην πλατεία, ο Τσιτσάνης στην πλατεία, εκείνο το μικροφώνισμα όταν ανέβηκε η Μαρία να πει-δειλά, δειλά- μια κουβέντα, ο Βάρναλης που μας άφησε δακρυσμένους κάτω από το φεγγάρι του Ιούνη, τα θραύσματα από τη μολότωφ του θοδωράκη, το ουρλιαχτό εκείνη τη βραδιά όταν στον ακάλυπτο όλοι σιωπούσαν, η σιωπή που απλώθηκε σαν πάχνη στο ξύλινο πάτωμα στο Nosotros, η ματιά του Νίκου που σε χάιδεψε στην πλάτη, το μοιρολόι εκείνο το ηπειρώτικο σαν βέλος κατάστηθα στην τσιμεντένια θλίψη.
Μανού Τσάου και Κένυ Αρκάνα, Σπύρος Γραμμένος και Μήτσος Πουλικάκος, πολλά κλικ και follow, πανκ on the road ανάμιχτο με Smoke on the water, fire on the sky, βραχνιασμένα ερτζιανά και Έιμι Γουάινχάουζ. Δεν έχουνε επίσημο σάουντρακ αυτές οι εκλογές. Μονάχα έναν ψίθυρο που γίνεται φωνή- First we take Manhattan, Berlin, Athens. Ευτυχώς. 
Αλλιώς θα ακούγαμε ξανά την σκουριασμένη κασέτα του Μίκη ή τα ψευτομάγκικα στο σκυλάδικο της βου εθνικής. Όσο για τους ύμνους του Χριστόδουλου που μας πλασάρει ο Αντώνης, τους ψάλαμε καλλίφωνα. Στο κατηχητικό. Και ούτε εμβατήρια από τους γορίλες θέλουμε πια.
Ρίχτο Ηλία. Ρίχτο!

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Πολιτική μνήμη και λήθη


“Ξέχασε πως στην πολιτική ένα συν ένα δεν κάνουν δύο. Καμιά φορά κάνουν και μείον ένα”. Η φράση αποδίδεται σε έναν παλαίμαχο κομμουνιστή, τον Κώστα Λουλέ.
Τη δανείστηκε ένας πολιτικός αντίπαλος του σήμερα (και του τότε), βουλευτής του ΛΑΟΣ (σημείωση προς συναδέλφους: διαβάζεται λάος και όχι λαός- μην ξεχνιόμαστε), Αστ. Ροντούλης, Πέμπτη 31 Μαΐου στα Γιάννενα, για να μιλήσει για τον Αντ. Σαμαρά.
Η τρέχουσα πολιτική συνεχίζει να μιλά με όρους του παρελθόντος και κυρίως να δανείζεται πολλά από τα εργαλεία της- πρώτο από όλα την αίσθηση πως πρόκειται για την τέχνη του εφικτού και τέχνη της... εξαπάτησης και της χειραγώγησης της μάζας.
Το κάνει για δύο λόγους: επειδή έτσι έχει μάθει (απευθύνεται σε υπηκόους που τους αρέσει ο λαϊκισμός, λένε οι συμβουλάτορες) κι επειδή έχει χάσει την επαφή με την κοινωνία (κανείς δεν περίμενε τα περσινά δωρεάν μαθήματα δημοκρατίας στις πλατείες της χώρας).
Μπορούμε να αναλύσουμε το παρόν με όρους του παλιού, άραγε;
Το ερώτημα μοιάζει να έχει απαντηθεί από την κοινωνική συμπεριφορά. Πόσοι να συγκινηθούν από τα εμφυλιοπολεμικά κηρύγματα; Πόσοι να πιστέψουν ότι ο Τσίπρας αντιγράφει τον Ανδρέα του '80 (εάν τον συμβουλεύουν έτσι στο επιτελείο του μάλλον έχουν ξεχάσει ότι οι καιροί της σοσιαλδημοκρατίας και μάλιστα α λα ελληνικά έχει περάσει);
Αρκετοί θα ήταν ο αντίλογος. Ναι.
Όταν συζητάμε με τον φίλο του τον Κώστα (από μικρός στο ΠΑΣΟΚ) και μου αφηγείται πως έφυγε ο φόβος του χωροφύλακα. Όσα λέει είναι περισσότερο με ζωντανό μάθημα μεταπολιτευτικής ιστορίας.
Όταν τα αφηγείται με σκοπό να συνεισφέρει στο σήμερα, στο πολιτικό παρόν, παραμένει έναν ενεργό πολιτικό ον. Εάν τα λέει για να καμωθεί για ένα εξωραϊσμένο παρελθόν, δεν έχει να συνεισφέρει και πολλά στο σήμερα. Και φαντάζομαι δεν μπορεί να απαντήσει κι εκείνο το ερώτημα του Λουλέ...
Η στήλη απαρνιέται τα δαιμόνια του παλιού – δεν αρνείται ωστόσο την κληρονομιά του. Την ιστορική σκιά του. Το ανεπαίσθητο βάρος της ιστορικής μνήμης.
Το Άουσβιτς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα κομμουνιστικά γκούλαγκ, το Γκουαντάναμο, τις δολοφονίες από τα παιδιά του Σικάγου στη Λατινική Αμερική το '70, δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε. Ούτε την ιστορία των αφανών, των καθημερινών ανθρώπων.
Τους εργάτες του Μεσοπολέμου που πάλευαν για αξιοπρέπεια (για ένα δράμι ψωμί ένα χρόνο απεργία έλεγαν οι καπνεργάτες του Αγρινίου στις μαχητικές τους στιγμές). Τους ανθρώπους που αγωνίζονται για τη δημοκρατία και την ελευθερία. Εκείνους που βάζω το εμείς πάνω από το εγώ.
Η πάλη της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι η πάλη του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, λέει κάπου ο Κούντερα. Μόνο που εδώ στην Ελλάδα υποταχτήκαμε στην κυρίαρχη εθνική αφήγηση του “Δεν ξεχνώ” για την Κύπρο και την ίδια ώρα γοργά γοργά κάποιοι θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τα ολοκαυτώματα των ναζί ή τους μαυραγορίτες ή τις εξοντώσεις των διαφωνούντων με το ΚΚΕ.
Περίεργο πράγμα η μνήμη. Και τα θραύσματά της.

*ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Lidija Ivanek-popartcow