Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Μετεκλογική θλίψη και αντίδοτα


Μετεκλογική θλίψη: 
για το πρωϊνό της Δευτέρας που έμοιαζε ίδιο.
Για τον άνεργο στο διπλανό σπίτι- που κάθεται με τις ώρες στην καφετέρια ή το facebook- ράθυμος και απελπισμένος να ψάχνει στις αγγελίες και να μην βρίσκει. Περιμένοντας εκείνο το σεμινάριο με τα 500 ευρώ – που θα τα πάρει το Σεπτέμβρη κι αν.
Για την άχρωμη, άοσμη, άγευστη αίσθηση των πάνελ. 
Την αδυναμία και αλαζονεία του πολιτικού συστήματος να αντιληφθεί τις τεκτονικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία. Και κυρίως την απροθυμία του – επειδή θα χάσει τα προνόμια- να αφήσει χώρο στην πρωτοβουλία του πολίτη. 
Για τον φόβο και τη μισαλλοδοξία που είχε μάθει να λειτουργεί στο σκοτάδι και τώρα κατακλύζει τις οθόνες μας σαν ένδειξη μαγκιάς και νεανικής μόδας.
Για εκείνους που μυρίστηκαν εξουσία και σκέφτονται να αρπάξουν από το βάζο με το μέλι.
Για τους εκβιαστές που μας απειλούν, είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε με ευρώ είτε με δραχμή, με αφανισμό.
Για όσους ήταν στα πράγματα και τώρα το σύμπαν καταρρέει δίπλα τους.
Για την υπόσχεση της “ανάπτυξης” που στο βάθος κρύβει τη λεηλασία. Της ζωής και της φύσης.
Για τον χρόνο, τον εσωτερικό, που δεν έχουμε πάρει ακόμη πίσω.
Για το κορίτσι που ονειρεύεται το βράδυ και το πρωί προσγειώνεται στη μέγγενη του “δε γίνεται αλλιώς”.
Για το αγόρι που ήθελε πολλά, αλλά έμεινε σιωπηλό να κοιτάει το παρόν να φεύγει.
Για τους λογαριασμούς που μας επισκέπτονται σαν βροχή στο πλατύσκαλο.
Για τη λήθη που σκορπάνε τα καλοταϊσμένα και “κιτρινισμένα” παπαγαλάκια της εξουσίας αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο σαν μία απλή στατιστική. Ένα νούμερο στο γκάλοπ.
Για τον εργαζόμενο που καταπίνει κάθε προσβολή για ένα κομμάτι ψωμί (που του το αρπάζουν κάθε μέρα).
Για τον ήλιο που χάνεται μακριά το απόγευμα κι εμείς δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε την τροχιά του.
Μετεκλογική θλίψη.
Κάπου υπάρχει το αντίδοτο.
Στα λόγια των ποιητών: “Το κενό υπάρχει όσο δε πέφτεις μέσα του” (Ελύτης). “Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν» (Μιχ. Κατσαρός). Στις αφηγήσεις των φίλων που ταξίδεψαν ή έτσι απλά φουσκώνουν μία ιστορία για να αρέσουν στην ομήγυρη.
Στα πλάνα του Δαμιανού και του Αγγελόπουλου.
Στις αφηγήσεις του Γκαλεάνο για τις φλέβες της Λατινικής Αμερικής. Στο λίκνισμα του χαμένου χρόνου.
Στις σισύφειες σελίδες και τον τσιγαρόβηχα του Καμύ.
Στα χωράφια με τις παπαρούνες κάθε άνοιξη στα Μεσσάπια. Σε εκείνη την ιστορία που έμεινε στη μέση, αλλά ήταν γεμάτη από ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στη δύναμη των ανθρώπων να αντισταθούν στην παγκόσμια κι εγχώρια οικονομική δικτατορία και τον θάνατο.
Με μικρές, αλλά πολύτιμες, πράξεις.
Στην ίδια τη μετεκλογική θλίψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου